Η απειλή του ξένου στο “μύθο του σκιάχτρου”

Η απειλή του ξένου στο “μύθο του σκιάχτρου”

Η ιστορία ενός… διαφορετικού σκιάχτρου που ήθελε να αποκτήσει φίλους.
Το πολυβραβευμένο αυτό animation είχε, μεταξύ άλλων, προταθεί για Oscar το 2005.
 
Είναι η  ιστορία ενός σκιάχτρου που δεν είχε φίλους και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κοιτάει τα πουλιά. Ήθελε να γίνει φίλος τους αλλά εκείνα πετούσαν μακριά, σαν να το φοβόντουσαν, κι εκείνο αναρωτιόταν γιατί κανένα δεν ήθελε να γίνει φίλος του. Ώσπου μια μέρα ένα τυφλό κοράκι έπεσε μπροστά στα πόδια του και τα πράγματα πήραν διαφορετική τροπή…….»
 

Παραμύθι από την Αφρική – Ο κυνηγός και ο γιος του

masaikyhgosΉταν κάποτε ένας άντρας που είχε ένα γιό. Ο άντρας ήταν κυνηγός.Κάποια μέρα ο κυνηγός είπε στον γιόκα του:
«Είσαι ο γιός μου ο μονάκριβος. Άκουσε καλά αυτό που πρόκειται νασου πω. Έχω μία λόγχη και γνωρίζεις καλά ότι αυτή η λόγχη δεν είναι μια οποιαδήποτε. Γιατί η λόγχη αυτή χτυπάει θανάσιµα το ζώο όσο μεγάλη κι αν είναι η δύναμή του, η ταχύτητά του κι όπου κι αν κρύβεται. Ωστόσο, σου απαγορεύω ν’ αγγίξεις αυτή τη λόγχη, για οπoιoδήπoτε λόγο, σ’ το λέω και σ’ το επαναλαμβάνω, να μην την αγγίξεις!»
Το παλικάρι συμφώνησε μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού του.
Βδομάδες και μήνες πέρασαν, μέχρι που έφτασε η μέρα που ο γιος βρήκε την ευκαιρία, όταν ο πατέρας του έφυγε για ταξίδι, να πάρει στα χέρια του τη λόγχη και να την στρέψει στη μεριά του Δάσους… Δεν πέρασε πολλή ώρα και είδε ένα μεγαλόσωμο ζώο. Μονολόγησε το λοιπόν: «Αν αυτή η λόγχη δεν αστοχεί ποτέ απ’ το στόχο, όπως λέει ο πατέρας, τότε θα το χτυπήσω αυτό το ζώο». Μάζεψε όλη του τη δύναμη και τίναξε τη λόγχη προς το ζώο. Του φάνηκε ότι το χτύπησε. Και ο νεαρός ικανοποιημένος έτρεξε κοντά στη λεία του, όμως το ζώο,πληγωμένο, σύρθηκε και κατάφερε να το σκάσει με τη λόγχη καρφωμένη στα πλευρά του. Ακολούθησε μια ιλιγγιώδης καταδίωξη.Το παλικάρι είχε πλησιάσει πολύ το πληγωμένο ζώο όταν το είδε να χάνεται μέσα σε μια σπηλιά. Στάθηκε μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς κι αναρωτιόταν αν έπρεπε να διακινδυνεύσει να μπει στο εσωτερικό της ή μήπως έπρεπε να γυρίσει πίσω, χωρίς τη λόγχη και να δεχτεί την όποια δίκαιη τιμωρία θα του επέβαλε ο πατέρας του.Αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι. Ο πατέρας γύρισε από το ταξίδι και το παιδί δεν είπε κουβέντα για όσα συνέβησαν. Ο κυνηγός, μόλις μπήκε στην καλύβα, διαπίστωσε ότι η λόγχη έλειπε. Έγινε έξαλλος. Το παιδί τον ικέτευε να το συγχωρήσει αλλά ο κυνηγός είπε: «Σ’ το είχα πει. Δεν αξίζεις καμία συγνώμη. Να πας και να μου φέρεις πίσω τη λόγχη, αλλιώς θα υποχρεωθώ να σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια». Το παλικαράκι βγήκε στο δρόμο. Έφτασε στη σπηλιά που είχε κρυφτεί το ζώο και μπήκε μέσα. Δεν είχε κάνει παρά μερικά βήματα όταν άκουσε μια φωνή που του έλεγε να πλησιάσει. Διέκρινε στο σκοτάδι
μια πολύ γριά γυναίκα που του είπε: «Στην πλάτη μου θα δεις μια αγκίδα, βγάλτη, άλειψέ τη με λίγο
λαδάκι, γλείψε τη κι έπειτα δώσε μου κι εμένα να τη γλείψω».Το παλικάρι έκανε όσα του είπε. Η γριά ρώτησε να μάθει τι γύρευε το αγόρι εκεί πέρα. Ο νεαρός της διηγήθηκε την ιστορία με τη λόγχη. Και η γυναίκα τον συμβούλεψε τα εξής: «Άμα συνεχίσεις το δρόμο σου, θα βγεις στη χώρα των ανθρωποφάγων. Πρόσεξε, θα σε υποδεχτούν με τον καλύτερο τρόπο. Θα σου προσφέρουν μια καλύβα με δύο κρεβάτια, το ένα θα ‘ναι πολύ
αναπαυτικό, το άλλο θα είναι σκέτο ξύλο. Θα σου προσφέρουνε φαγητά πεντανόστιμα. Και την άλλη μέρα, θα σου ζητήσουν να οργώσεις ένα μεγάλο χωράφι. Και τέλος θα σε οδηγήσουν μπροστά σε αμέτρητες λόγχες μεταξύ των οποίων θα πρέπει να αναγνωρίσεις τη δική σου. Πάρε δω, σου δίνω το φαγητό που θα φας, είναι φύλλα μανιόκο ανακατωμένα με μύγες. Θα πετάξεις αυτά που θα σου δώσουνε εκείνοι μέσα σε μια τρύπα. Και όταν έρθει η ώρα για να κοιμηθείς θα ξαπλώσεις στο σκληρό κρεβάτι. Mην ανησυχείς για το όργωμα στο χωράφι, θα πάνε όλα καλά. Κι όταν έρθει η ώρα να διαλέξεις τη λόγχη σου ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες, να θυμηθείς να πιάσεις αυτή που πάνω της θα πάει να κάτσει μια μέλισσα».Όλα κύλησαν σύμφωνα με τα προλεγόμενα της γριάς γυναίκας. Tην
επόμενη μέρα, όταν το παιδί είχε τελειώσει το όργωμα, ένας από τους ιθαγενείς ήρθε να τον πάρει. Του παρουσιάσανε αμέτρητες λόγχες:όλες δείχνανε ίδιες μεταξύ τους. Χωρίς να βιάζεται το παλικαράκι τις
εξέτασε μία προς μία. Περίμενε βέβαια να φανερωθεί η μεγάλη μέλισσα. Αλλά η ώρα περνούσε, η μέλισσα δεν εμφανιζότανε και ο νέος άρχισε να φοβάται. Οι ανθρωποφάγοι δεν τον άφηναν απ’ τα μάτια τους! Και τη στιγμή που ο νέος θα τα ‘κανε πάνω του απ’ το φόβο, μια μέλισσα πέταξε και κάθισε πάνω σε μια λόγχη. Το παλικάρι την άρπαξε σαν αστραπή και την ξεχώρισε από τις άλλες. Αμέσως ακούστηκαν χειροκροτήματα απ’ όλες τις πλευρές. Ο αρχηγός των ανθρωποφάγων μίλησε και είπε στο παιδί: «Είσαι γενναίος. Πάρε εδώ αυτές τις πέντε κάμπιες πεταλούδας* και τη λόγχη. Σ’ τα προσφέρουμε για ενθύμιο που πέρασες από τα μέρη μας».Το παλικάρι πήρε τις πέντε λιχουδιές και τη λόγχη και γύρισε στο χωριό του. Όταν έφτασε στο σπίτι, ο πατέρας του έλειπε. Παρέδωσε τη λόγχη στη μητέρα του και της ζήτησε να τη δείξει εκείνη στον πατέρα του. Της εμπιστεύτηκε και τις κάμπιες με την ακόλουθη παραγγελία:«Πάρε αυτές τις κάμπιες και μαγείρεψέ τες καλά. Εσύ να φας τις δύο.Τις τρεις να τις κρατήσεις για να τις φάω όταν θα έρθω σπίτι. Σε εξορκίζω ό,τι κι αν γίνει να μη δώσεις να τις φάει άλλος!»
Τελειώνοντας το παλικαράκι έφυγε για να πάει να κυνηγήσει ακρίδες.Όταν ο πατέρας επέστρεψε στο σπίτι είδε τη λόγχη και καταχάρηκε.*Οι κάμπιες που ζουν στις φλούδες των φοινίκων είναι εύγευστος μεζές Την ίδια στιγμή ένιωσε μια υπέροχη μυρωδιά να γεμίζει το σπίτι.Ρώτησε τη γυναίκα του να μάθει τι μυρίζει τόσο ωραία. Εκείνη του είπε, του εξήγησε όμως και την παραγγελία που είχε αφήσει ο γιός τους. Ο άντρας σάρκασε: «Γι’ αυτό xoλoσκάς; Αυτό είναι το σπίτι μου κι εγώ κάνω κουμάντο εδώ μέσα. Βάλε μου να φάω τις δυo κάμπιες και φάε κι εσύ τις άλλες δυο.Το παιδί θα φάει ό,τι απομείνει».Η μάνα έκανε κατά πώς της είπε ο άντρας της. Κάποια στιγμή
εμφανίστηκε το παιδί:«Μάνα, πού είναι οι κάμπιες μου;»Η μάνα του έφερε τη μια και μoναδική που είχε απομείνει και άρχισε να μασάει τα λόγια της. Το παλικάρι πήγε το λοιπόν στον πατέρα του και του είπε: «Πατέρα, έφαγες τις κάμπιες μου σε πείσμα αυτού που ‘χα παραγγείλει. Είσαι υποχρεωμένος να πας τώρα να μου βρεις κάμπιες
εκεί που τις βρήκα κι εγώ. Αν δεν πας θα πεθάνεις».Και το παιδί του έδειξε το δρόμο.Ο κυνηγός πήρε τη στράτα. Κάποια στιγμή έφτασε στη σπηλιά και μπήκε μέσα. Κι όταν η γριά γυναίκα εμφανίστηκε και τον ρώτησε,
εκείνος την έλουσε με βρισιές και την απείλησε. Συνέχισε το δρόμο του. Κι όταν έφτασε στον προορισμό του, οι ανθρωποφάγοι τον δέχτηκαν θερμά όπως ακριβώς είχαν υποδεχτεί και τον γιό του. Tου παρουσιάσανε άφθονα κι υπέροχα φαγητά και λιχουδιές. Εκείνος έφαγε μέχρι σκασμού. Κι όταν ήρθε η ώρα για να ξαπλώσει, ο κυνηγός
διάλεξε το πιο αναπαυτικό κρεβάτι. Οι οικοδεσπότες δεν έκρυβαν τη χαρά τους. Το ξημέρωμα τον ξύπνησαν με κραυγές χαράς: «Να επιτέλους, κάποιος για μας κι έχει και καλό κρέας!»Τον σηκώσανε άρον άρον απ’ το κρεβάτι και φτιάξανε από αυτόν ένα καλό γεύμα.
Ρουάντα

 

Ο Ψεύτης Βοσκός

 pseftisvoskos

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μικρός βοσκός. Κάθε μέρα, έπαιρνε το κοπάδι με τα πρόβατα του και ανέβαινε στο λόφο έξω από το χωριό για τα βοσκήσει στα πράσινα λιβάδια. Στον ίδιο λόφο πήγαιναν κι άλλοι βοσκοί από το χωριό με τα πρόβατά τους, που ήταν πιο μεγάλοι και έμπειροι από το μικρό βοσκό.

«Πρέπει να προσέχεις τα πρόβατα σου», του έλεγαν οι μεγαλύτεροι βοσκοί. «Να κάθεσαι άγρυπνος και να τα φυλάς κάθε στιγμή, γιατί από το βουνό κατεβαίνουν λύκοι και τρώνε τα αφύλακτα κοπάδια». «Αν δεις κάποιο λύκο να πλησιάζει, θα τρέξεις και θα φωνάξεις με όλη τη δύναμη της φωνής σου: «Λύκος, λύκος!» και τότε εμείς, που είμαστε κοντά, θα έρθουμε να τον κυνηγήσουμε και να τον διώξουμε μακριά».

Ο μικρός βοσκός δεν έδινε σημασία στα λόγια των μεγαλύτερων. Καθόταν κάτω από ένα δέντρο και έπαιζε την φλογέρα του και όταν βαριόταν πήγαινε έψαχνε στα δέντρα και έκλεβε τα αυγά από τις φωλιές των πουλιών. Οι άλλοι βοσκοί τον μάλωναν όταν τον έβλεπαν και του έλεγαν πως δεν πρέπει να κλέβει τα αυγά των πουλιών, γιατί από αυτά τα αυγά γεννιούνται μικρά πουλάκια που ομορφαίνουν τη φύση με τα χρώματα και τα κελαηδίσματα τους. Ο μικρός βοσκός όμως δεν έβαζε μυαλό. Αντί να φυλάει το κοπάδι του, όπως τον είχαν συμβουλέψει οι μεγαλύτεροι βοσκοί που ήταν πιο γνωστικοί, κοιτούσε μόνο πώς να περάσει την ώρα του, μέχρι να δύσει ο ήλιος και να γυρίσει πάλι στο χωριό.

Μία μέρα, μην έχοντας τι να κάνει, σκέφτηκε να σκαρώσει μια φάρσα στους άλλους βοσκούς. Ανέβηκε σε ένα βράχο πάνω στο λόφο και άρχισε να φωνάζει προς την κατεύθυνση του χωριού «Λύκος! Λύκος! Βοήθεια συγχωριανοί! Βοήθεια!». Οι άντρες του χωριού άρπαξαν ότι βρήκαν μπροστά τους και έτρεξαν στο λόφο να βοηθήσουν το νεαρό βοσκό, που μόλις τους είδε άρχισε να γελάει με το πάθημα τους. Οι άλλοι βοσκοί έφυγαν θυμωμένοι με το αστείο του και τον προειδοποίησαν ότι δεν είναι σωστό να τους τρομάζει λέγοντας ψέματα.

Ο νεαρός βοσκός δεν έδωσε σημασία και δύο μέρες μετά, άρχισε πάλι τα ίδια καμώματα. «Λύκος! Λύκος!» φώναζε. «Τρέξτε συγχωριανοί, βοήθεια!». Πάλι οι συγχωριανοί έτρεξαν πάνω στο λόφο να σώσουν τον μικρό βοσκό και το κοπάδι του από τους λύκους και πάλι έφυγαν θυμωμένοι με τον νεαρό βοσκό για το ψέμα του και την αγωνία που τους προκάλεσε. Ο νεαρός βοσκός επανέλαβε την φάρσα του και μία τρίτη φορά και πάλι οι άλλοι βοσκοί έτρεξαν στον λόφο να τον βοηθήσουν. Εκείνος κάθε φορά ξεκαρδιζόταν στο γέλιο και εκείνοι έφευγαν νευριασμένοι που τους τρόμαζε με τα ψέματα του.

Να όμως που μια μέρα, μια μεγάλη αγέλη πεινασμένων λύκων όρμησε στο κοπάδι του νεαρού βοσκού και άρχισε να τρώει τα πρόβατα του. Κατατρομαγμένος ο βοσκός πήδηξε πάνω στο βράχο και άρχισε να φωνάζει με όλη τη δύναμη της φωνής του: «Λύκος! Λύκος! Βοήθεια! Τρέξτε! Οι λύκοι τρώνε τα πρόβατα μου! Βοηθήστε με συγχωριανοί! Σας λέω αλήθεια! Βοήθεια! Τρέξτε! Είναι αλήθεια!». Κανείς όμως δεν πήγε για τον βοηθήσει, αφού όλοι νόμιζαν ότι ήταν πάλι μία από τις φάρσες του και ότι ήθελε πάλι να τους κάνει να τρέξουν πάνω στο λόφο για να γελάσει μαζί τους.

Εκείνη τη φορά η μόνοι που γέλασαν ήταν οι λύκοι, που ανενόχλητοι έφαγαν όλα τα πρόβατα του νεαρού βοσκού. Ο μικρός βοσκός γύρισε στο χωριό τρομαγμένος και ταπεινωμένος.

Δίδαγμα του παραμυθιού

Τα ψέματα καταστρέφουν την εμπιστοσύνη

Αυτή η ιστορία μας διδάσκει ότι τα ψέματα καταστρέφουν την εμπιστοσύνη. Όταν κάποιος λέει ψέματα, οι άνθρωποι γύρω του, επειδή δεν μπορούν να ξέρουν πότε λέει την αλήθεια και πότε λέει ψέματα, σταματούν να τον πιστεύουν γενικά. Έτσι έγινε και με τον μικρό βοσκό. Ενώ οι συγχωριανοί του στην αρχή τον πίστευαν και έτρεχαν πάνω στον λόφο για να τον βοηθήσουν όταν φώναζε «Λύκος! Λύκος!», αφού τους κορόιδεψε δυο-τρεις φορές, έπαψαν πια να τον πιστεύουν γενικά, και θεωρούσαν ότι κάθε φορά έλεγε ψέματα. Έχασαν, δηλαδή, την εμπιστοσύνη τους στον νεαρό βοσκό και μετά, ότι και να έλεγε, δεν τον πίστευαν, ακόμα κι όταν έλεγε αλήθεια. Έτσι, τη μέρα που πραγματικά επιτέθηκαν οι λύκοι στο κοπάδι του, κανείς δεν έτρεξε να τον βοηθήσει, και ο μικρός βοσκός έχασε όλα τα πρόβατα του. Οι συγχωριανοί του νόμιζαν ότι είναι πάλι ένα από τα ψέματα του και τον άφησαν μόνο και αβοήθητο.